Αρμενία


Αρμενία
I
Ιστορική γεωγραφική περιοχή (περ. 140.000 τ. χλμ.) της δυτικής Ασίας με ασφαλή μάλλον φυσικά σύνορα. Γενικά ως Α. ορίζεται η περιοχή που εκτείνεται σε μήκος μεταξύ του άνω ρου του Ευφράτη και της λεκάνης της Ουρμίας λίμνης και σε πλάτος μεταξύ των οροσειρών του Πόντου και του ασβεστολιθικού οροπεδίου της συριακής ερήμου. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Από πολιτική άποψη, η περιοχή είναι μοιρασμένη μεταξύ της Δημοκρατίας της Αρμενίας, της Τουρκίας και κατά μικρό μέρος του Ιράν και του Αζερμπαϊτζάν. Το έδαφός της, κυρίως τραχύ και ορεινό, αποτελείται από ένα εκτεταμένο υψίπεδο, που το αυλακώνουν διάφορα υδάτινα ρεύματα, όπως οι ποταμοί Καρά Σου και Μουράτ Σου, Τσορούχ, Κουρά (Κύρος) και Αράξης και το διασχίζουν απρόσιτες οροσειρές και μια σειρά επιβλητικοί ηφαιστειακοί ορεινοί όγκοι από τους οποίους ψηλότερος είναι το Αραράτ (βλ. λ.). Το κλίμα είναι έντονα ηπειρωτικό, με δριμύτατους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια· οι βροχοπτώσεις είναι αραιές (400 χιλιοστά τον χρόνο), επειδή οι οροσειρές που περιβάλλουν το εκτεταμένο οροπέδιο αναγκάζουν τους ανέμους να αφήνουν την υγρασία τους στις εξωτερικές πλαγιές και φτάνουν στην ψηλή περιοχή σχεδόν πάντα ξηροί. Γενικά στην περιοχή κυριαρχεί ξηρόφιλη βλάστηση με ποώδη στέπα και σπάνιους αγκαθωτούς θάμνους.
Ιστορία.Κατά τον 9o αι. π.Χ. είχε σχηματιστεί γύρω από τη λίμνη Βαν το βασίλειο του Ουραρτού που επέζησε έως τον 7o αι., οπότε το κατέστρεψαν οι Σκύθες και οι Κιμμέριοι. Στην ίδια περιοχή εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν οι Αρμένιοι, λαός ινδοευρωπαϊκός. Η Α. πέρασε διαδοχικά από την κυριαρχία του περσικού κράτους των Αχαιμενιδών στην κυριαρχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των Σελευκιδών. Μετά την ήττα του Αντίοχου Γ’ από τους Ρωμαίους, η Α. χωρίστηκε με τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) σε δύο βασίλεια, τη Μεγάλη και τη Μικρή Α., τα οποία ένωσε πάλι ο Ντικράν Α’ (ελληνικά Τιγράνης), γαμπρός του βασιλιά Μιθριδάτη. Οι νίκες όμως των Ρωμαίων στρατηγών Λούκουλου και Πομπήιου υποχρέωσαν τον Τιγράνη Α’ να παραχωρήσει στη Ρώμη τη Συρία, την Καππαδοκία και την Α. και να γίνει υποτελής των Ρωμαίων. Το 114 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Τραϊανός μετέτρεψε την Α. σε ρωμαϊκή επαρχία. Περίπου το 387 ο Αρσάκης Δ’ χώρισε την Α. σε Ρωμαϊκή (ή Βυζαντινή) με βασιλιά τον ίδιο και σε Περσική με βασιλιά επίσης του οίκου των Αρσακιδών. Ο Ιουστινιανός χώρισε την Α. σε τέσσερις επαρχίες, με πρωτεύουσα της πρώτης την Ιουστινιανούπολη και της δεύτερης τη Σεβάστεια. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της χώρας εξακολουθούσαν να το κατέχουν οι Πάρθοι, που επεδίωξαν να επιβάλουν στους χριστιανούς κατοίκους τον μαζδεϊσμό. Την εποχή του Μαυρικίου η Α. έγινε θέατρο πολέμων μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, οι οποίοι την κατέλαβαν τελικά (7ος αι.) και την έκαναν τμήμα του κράτους των Ομεϊάδων. Τον 9o αι. η χώρα απέκτησε κάποια αυτονομία υπό την τοπική δυναστεία των Μπαγρατιδών (885-1079) με πρωτεύουσα την Ανί και με τη βοήθεια των Βυζαντινών αυτοκρατόρων γνώρισε ακμή έως τον 11o αι. οπότε άρχισαν να εισβάλουν οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Πλήθη Αρμενίων με επικεφαλής Μπαγρατίδες ηγεμόνες εγκατέλειψαν τότε τη χώρα τους, κατέλαβαν την Κιλικία και ίδρυσαν εκεί ένα καινούργιο κράτος, τη Μικρή Α. Το βασίλειο αυτό, πρώτα με τη δυναστεία των Ρουπενιδών (1080-1225) και έπειτα των Χετουνιδών (1226-1341), με την υποστήριξη των σταυροφόρων γνώρισε ευημερία και εμπορική ακμή ώσπου το κατέλαβαν οι Μαμελούκοι (1382). Στην Ανατολή η Μεγάλη Α. μετά τους Σελτζούκους κατελήφθη από τους Τούρκους και τους Μογγόλους· η ερήμωση της χώρας και οι αιματηροί διωγμοί του χριστιανικού πληθυσμού επιτάχυναν τη διασπορά των Αρμενίων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τον 19ο αι. η Α. μπήκε στο στόχαστρο του ρωσικού επεκτατισμού. Με τη συνθήκη της Αδριανούπολης (1828) και με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους (1853-56 και 1877-78) η Ρωσία κατόρθωσε να πάρει μεγάλα τμήματα αρμενικού εδάφους. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας εξακολουθούσε ωστόσο να παραμένει κάτω από την κυριαρχία της Τουρκίας, η οποία παρά τις υποχρεώσεις της από τη συνθήκη του Βερολίνου (1878) εγκατέλειψε τη χώρα έρμαιο των επιδρομών των Κούρδων και των Κιρκασίων. Δημιουργήθηκε έτσι ένα κίνημα ανεξαρτησίας που προκάλεσε εξεγέρσεις και δολοφονικές απόπειρες. Οι Τούρκοι αντέδρασαν με σφαγές και εκτοπίσεις που ερήμωσαν τη χώρα· το γεγονός αυτό συγκίνησε την παγκόσμια κοινή γνώμη με αποτέλεσμα το αρμενικό ζήτημα να τεθεί ως διπλωματικό πρόβλημα. Η συνθήκη των Σεβρών αναγνώρισε μεν τυπικά την ανεξαρτησία της Α., αλλά η χώρα εξακολούθησε να μένει ντε φάκτο μοιρασμένη μεταξύ Τουρκίας, Ρωσίας και Ιράν. Μετά την αποτυχία της δημιουργίας Μεγάλης Α. στη διάσκεψη ειρήνης των Παρισίων (1918) και στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου (1921) η Ρωσία και η Τουρκία μοιράστηκαν οριστικά τη χώρα (1922): το ρωσικό τμήμα αποτέλεσε μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν τη Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, και το 1936 ανακηρύχθηκε Σοβιετική Δημοκρατία, ενώ η Τουρκία κράτησε τις επαρχίες Καρς και Αρνταχάν. Βλ. λ. Αρμενία (κράτος της Υπερκαυκασίας).
Θρησκεία.Δεν γνωρίζουμε πολλά για την αρχαία θρησκεία της Α. πριν από τη διάδοση του χριστιανισμού· φαίνεται πως ήταν ένα είδος ζωροαστρικού πολυθεϊσμού με επίδραση των θρησκευτικών στοιχείων του αρχαίου Ιράν (βλ. λ. Περσία, θρησκεία). Η μεταστροφή των Αρμενίων στον χριστιανισμό έγινε στα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. από τον Γρηγόριο τον Φωτιστή, που θεωρείται ο κύριος απόστολος των Αρμενίων. Το χριστιανικό κήρυγμα του Γρηγορίου έγινε αποδεκτό και από τον βασιλιά Τιριδάτη, ο οποίος βαφτίστηκε χριστιανός και επέβαλε τη θρησκεία σε όλους τους Αρμενίους· ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον επίσκοπο Καισαρείας Λεόντιο·χειροτόνησε κληρικούς, έχτισε ναούς και φρόντισε για την οργάνωση της Εκκλησίας. Από τον Γρηγόριο και μετά, αρχηγός της Αρμενικής Εκκλησίας είναι o πατριάρχης που έχει τον τίτλο Καθολικός (γενικός). Ως εκκλησιαστική και λειτουργική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε αρχικά η ελληνική και η συριακή. Τον 5ο αι. ο άγιος Μεσρόπιος δημιούργησε αλφάβητο των Αρμενίων και μετέφρασε την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Η αρμενική λειτουργία ακολούθησε στην ανάπτυξή της τη βυζαντινή. Έως την A’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα (451), η Αρμενική Εκκλησία κράτησε ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη. Κατόπιν όμως έπεσε στην αίρεση των μονοφυσιτών που δέχονταν την ταυτότητα της θείας και ανθρώπινης φύσης στον Ιησού Χριστό και είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστης τη φράση «ο Χριστός είναι μία υπόστασις, όν πρόσωπον, μία ενωθείσα φύσις». Η Εκκλησία της Α. έχει περισσότερο από κάθε άλλη εθνικό χαρακτήρα, επειδή αποτελεί συνεκτικό δεσμό για τον αρμενικό λαό. Ο μοναχικός βίος οργανώθηκε με βάση τους κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος δοκίμασε μεγάλη έκπληξη, όταν οι Αρμένιοι διέκοψαν από το 362 τις σχέσεις τους με τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας. Ο μοναχισμός γνώρισε στην Α. μεγάλη άνθηση από τον 9o έως τον 13ο αι. μ.Χ. Έγιναν πολλές προσπάθειες για να επιστρέψει η Εκκλησία της Α. στην ορθόδοξη πίστη αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα, γιατί στο μεγαλύτερο μέρος λόγοι εθνικοί και πολιτικοί ανάγκασαν τους Αρμένιους να επιμένουν στην απόρριψη της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου και να περιφρουρούν έτσι την εθνική τους ιδιοσυστασία.
Ο βασιλιάς της Αρμενίας Ντικράν ο Α’ σε νόμισμα της εποχής.
Τα ερείπια του ναού του Ζβάρτνοκ του 7ου αι., μάρτυρες της παλιάς ακμής της Αρμενίας. Ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στην παντοδυναμία των Ταγμάτων των Αγγέλων και θεωρείται το λαμπρότερο αρχαίο κτίσμα της Αρμενίας.
Ο καθεδρικός ναός του Ετσμιατζίν, από τους πρώτους χριστιανικούς ναούς στην ιστορία, χτισμένος το 301 μ.Χ. Φιλοξενεί παλαιοχριστιανική συλλογή από αντικείμενα.
Ο καθεδρικός ναός του Ετσμιατζίν, από τους πρώτους χριστιανικούς ναούς στην ιστορία, χτισμένος το 301 μ.Χ. Φιλοξενεί παλαιοχριστιανική συλλογή από αντικείμενα.
Χαρακτηριστικός τύπος ναού της Αρμενίας.
Μία από τις αναρίθμητες εκκλησίες της Αρμενίας.
Εντυπωσιακή αρχιτεκτονική λεπτομέρεια από το μοναστήρι της Αρμενίας.
II
Κράτος της Υπερκαυκασίας, στη νοτιοδυτική Ασία.Συνορεύει στα Β με τη Γεωργία, στα Α με το Αζερμπαϊτζάν, στα Ν με το Ιράν και Δ με την Τουρκία.Η Α. καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της ιστορικής περιοχής της Υπερκαυκασίας, η οποία συμπεριλαμβάνει επίσης τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν. Υπήρξε η μικρότερη από τις δημοκρατίες που απάρτιζαν την πρώην Σοβιετική Ένωση και η Δημοκρατία της Α. προήλθε από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Είναι μια μικρή μεσόγεια χώρα και τα σύνορά της δεν είναι τα ιστορικά της Α. (βλ. λ. Αρμενία. Ιστορική γεωγραφική περιοχή). Για παράδειγμα, ένα μεγάλο τμήμα της Α. αποτελεί τμήμα της Τουρκίας. Επιπλέον, στον νότο βρίσκεται ο αζερικός θύλακος του Ναχιτσεβάν (με καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας), ενώ η αυτόνομη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ που κατοικείται από Αρμενίους βρίσκεται στα ανατολικά της σύνορα, στο έδαφος του Αζερμπαϊτζάν, και αποτελεί σημείο έντονης διαμάχης με τη γειτονική χώρα.Η Α. είναι χωρισμένη σε δέκα επαρχίες, καθώς και στην πόλη του Ερεβάν, που είναι η πρωτεύουσα του κράτους και θεωρείται ξεχωριστή επαρχία. Οι άλλες επαρχίες είναι οι εξής (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός το 2001): Αραγκατσότν (Ασταράκ, 167.800), Αραράτ (Αρτασάτ, 311.200), Αρμαβίρ (Αρμαβίρ, 322.900), Βαγιότς’ Ντζορ (Γιεγκεγκνατζόρ, 70.000), Γκεγχαρκουνίκ (Γκαβάρ, 278.600), Κοταΐκ (Χραζντάν, 329.000), Λόρι (Βαζναντόρ, 393.400), Σιουνίκ (Καπάν, 164.100), Σιράκ (Γκιούμρι, 362.100) και Ταβούς (Ιτζεβάν, 170.000).Το 93% των κατοίκων είναι Αρμένιοι, το 1,7% Κούρδοι, περίπου 2% είναι οι Ρώσοι και το 3,8% μοιράζεται ανάμεσα σε Αζέρους, Γεωργιανούς, Ουκρανούς, Έλληνες και διάφορες άλλες εθνότητες.
Επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η αρμενική, μια ινδοευρωπαϊκή διάλεκτος με αλφάβητο 38 γραμμάτων. Τα ρωσικά είναι επίσης διαδεδομένα στην Α.Η Α. μέχρι το 1991 αποτελούσε μία από τις Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, το ανώτατο σοβιέτ της Α. διακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας και τον επόμενο μήνα προχώρησε στην εκλογή νέου προέδρου. Οι πρώτες μετασοβιετικές βουλευτικές εκλογές έγιναν το 1995 παράλληλα με το δημοψήφισμα για την έγκριση του νέου συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, τη νομοθετική εξουσία ασκεί το κοινοβούλιο, που αποτελείται από 131 μέλη, τα οποία εκλέγονται για 4 χρόνια. Εκτελεστική εξουσία έχει ο πρόεδρος, ο οποίος θεωρείται επικεφαλής του κράτους και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων. Ο πρόεδρος του κράτους εκλέγεται απευθείας από τον λαό για 5 χρόνια και μπορεί να μείνει στην εξουσία μόνο για δύο συνεχόμενες θητείες. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.Τα σημαντικότερα κόμματα της Α. είναι η Πανεθνική Κίνηση (ΑΡΝΜ), το Λαϊκό Κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (ΗΗΚ), η Εθνική Δημοκρατική Ένωση (ΑJΜ) και το Κομουνιστικό Κόμμα. Το Επαναστατικό Κόμμα της Α. (ΑRF), που ήταν εκτός νόμου από το 1994, νομιμοποιήθηκε το 1998 και παίζει πλέον ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Ρόμπερτ Κοχαριάν από το 1998 και πρωθυπουργός ο Αντρανίκ Μαρκαριάν από το 2000.Το νέο σύνταγμα διακηρύσσει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και καθιερώνει τη νέα ιεραρχία της, επικεφαλής της οποίας είναι το ανώτατο δικαστήριο. Υπάρχουν τοπικά και επαρχιακά δικαστήρια, στρατοδικεία, καθώς και το συνταγματικό δικαστήριο, που απαρτίζεται από εννέα μέλη. Τα τέσσερα ορίζονται από τον πρόεδρο της χώρας και τα πέντε από το κοινοβούλιο. Από τον Ιανουάριο του 1999, το εφετείο αντικατέστησε το ανώτατο δικαστήριο σε θέματα εγκλημάτων πολέμου και πολιτικοοικονομικές υποθέσεις.Επικρατούσα θρησκεία είναι η χριστιανική, κατά 94%. Η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία με τον πατριάρχη και τους επισκόπους της καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Α., αλλά και τους Αρμενίους που βρίσκονται σε άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και αλλού. Υπάρχουν όμως και χριστιανοί ορθόδοξοι που ανήκουν στη Ρωσική Εκκλησία, ενώ μικρές κοινότητες, όπως αυτές των Αζέρων, είναι μουσουλμανικές. Για την Αρμενική Εκκλησία, βλ. λ. Αρμενία (Ιστορική γεωγραφική περιοχή), θρησκεία.Η εκπαίδευση είναι ελεύθερη και υποχρεωτική στις δύο πρώτες βαθμίδες της, μεταξύ 7-16 ετών. Τα τελευταία χρόνια η εκπαίδευση στην Α. δείχνει να αποσχίζεται από το σοβιετικό μοντέλο που έδινε βάρος στην τεχνολογία και τις επιστήμες, και βασίζεται πλέον περισσότερο στην κουλτούρα και την ιστορία της χώρας.
Το ποσοστό αναλφαβητισμού στη χώρα είναι εξάλλου πολύ χαμηλό, κάτω από 1%. Σε αντίθεση με τη δημόσια δωρεάν παιδεία στις πρώτες δύο βαθμίδες, η τριτοβάθμια εκπαίδευση στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον ιδιωτικό τομέα, και από τα 90 ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που υπήρχαν στη χώρα το 1997, τα 75 ήταν ιδιωτικά. Υπολογίζεται πως για την παιδεία δαπανάται το 2% του κρατικού προϋπολογισμού (1996).Μετά την αποχώρησή της από την Σοβιετική Ένωση, η Α. άρχισε να δημιουργεί τον δικό της στρατό. Σήμερα διαθέτει στρατό ξηράς, αεροπορία και δυνάμεις ασφαλείας, καθώς και παραστρατιωτικές δυνάμεις. Υπολογίζεται ότι διαθέτει περίπου 42.000 άτομα (2001). Η θητεία είναι υποχρεωτική και διαρκεί 18 μήνες.Όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται ιατρικής περίθαλψης και σύνταξης. Το 1991 δημιουργήθηκε ένα ειδικό ταμείο συντάξεων, για να καλύψει τις συνταξιοδοτικές ανάγκες των εργαζομένων, αφού τα περισσότερα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων είχαν χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των αναγκών από τον μεγάλο σεισμό του 1988 (25.000 νεκροί) και κατόπιν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από την εμπόλεμη κατάσταση με το Αζερμπαϊτζάν.Η χώρα βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του οροπεδίου της Α., τμήματα του οποίου ανήκουν στα εδάφη της Τουρκίας και του Ιράν. Παρουσιάζει μεγάλη γεωγραφική ποικιλία και ανάλογη ποικιλία τοπίων. Το οροπέδιο συνθέτουν ορεινές πεδιάδες, που έχουν σχηματιστεί από ηφαιστειακή λάβα και τεκτονικά κοιλώματα, οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους από οροσειρές 3.000 και 4.000 μ. Οι συχνές σεισμικές δονήσεις μαρτυρούν ότι η ορεογένεση συνεχίζεται ακόμη στην περιοχή. Κατά μήκος των ρηγμάτων υπάρχει μια σειρά ηφαιστείων και σε μερικά από τα κοιλώματα έχουν σχηματιστεί λίμνες. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, ωστόσο, τα κοιλώματα του οροπεδίου της Α. είναι σκεπασμένα από ερήμους και ημιερήμους.
Το ορεινό σύμπλεγμα του Μικρού Καυκάσου, που κλείνει το οροπέδιο της Α. από τα Β σχηματίστηκε από αλπικές πτυχώσεις και αποτελείται από ιζηματογενή και ηφαιστειογενή πετρώματα. Καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της χώρας, που φτάνουν έτσι να έχουν μέσο υψόμετρο τα 1.800 μ., με μόνο το 10% των εδαφών να βρίσκεται κάτω από τα 1.100 μ. Το βορειδυτικό τμήμα της χώρας αποτελείται από ψηλές οροσειρές, μερικές από τις οποίες περιλαμβάνουν ανενεργά ηφαίστεια, βαθιές κοιλάδες ποταμών και ηφαιστειογενή οροπέδια. Στα Β εκτείνεται η οροσειρά Σομχέτ και στα ΒΔ η Τζαβαχέτ. Νοτιότερα βρίσκονται οι οροσειρές Μπαζούμ και Παμπάκ και στα ΝΑ η οροσειρά Ζανγκεζούρ. Στο δυτικό τμήμα της χώρας υψώνεται το επιβλητικό ηφαίστειο Αραγκάτς, το οποίο με υψόμετρο 4.090 μ. αποτελεί το ψηλότερο βουνό της Α. Προς τα Β και ΒΔ του Αραγκάτς εκτείνονται τα ηφαιστειογενή υψίπεδα Απαράν και Σιράκ και προς τα ΝΔ το Κοτάι, το οποίο κλείνει από τον βορρά η οροσειρά Γκεγκάμ.
Στο ανατολικό τμήμα της χώρας, σε υψόμετρο περίπου 2.000 μ., βρίσκεται ένα ορεινό βύθισμα, το οποίο καταλαμβάνει η λίμνη Σεβάν. Γύρω από τη λίμνη υψώνονται βουνά που φτάνουν τα 4.000 μ. Η οροσειρά Γκεγκάμ, στα Δ της λίμνης, δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα Ερεβάν και τη λεκάνη του Αραράτ. Η μεγάλη αυτή λεκάνη, που διασχίζεται από τον ποταμό Αράς, τον γνωστό Αράξη των αρχαίων χρόνων, καταλαμβάνει το νοτιδυτικό τμήμα της χώρας. Η ονομασία Αραράτ αποδίδεται εσφαλμένα μόνο στα όρη που βρίσκονται στη λεκάνη του Αράξη, λόγω κακής ερμηνείας του χωρίου της Γένεσης, όπου αναφέρεται ότι η κιβωτός του Νώε εκάθησε «επί των ορέων Αραράτ». Η μεγάλη αυτή περιοχή είναι σήμερα διαμοιρασμένη ανάμεσα στην Τουρκία, το Ιράν και την Α. Η Τουρκία κατέχει το μεγαλύτερο τμήμα της και την οροσειρά Μέγα Μασίς ή Μέγα Αραράτ· το βορειοανατολικό τμήμα της ανήκει στην Α. και το νοτιοανατολικό, όπου βρίσκεται και το Μικρό Αραράτ, στο Ιράν. Στον ορυκτό πλούτο της χώρας περιλαμβάνονται χαλκός, μολυβδένιο, ψευδάργυρος, σίδηρος, πολυμεταλλεύματα, σπάνια μέταλλα, θειικός πυρίτης και οικοδομικά υλικά, όπως ελαφρόπετρα, ροζ τόφος (πουρί) και μάρμαρο.Οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις είναι μεγάλες από περιοχή σε περιοχή. Στα πεδινά οι χειμώνες είναι σχετικά σύντομοι αλλά δριμείς, ενώ τα καλοκαίρια διαρκούν περισσότερο και είναι ζεστά. Στα ορεινά τα καλοκαίρια είναι πιο δροσερά, αλλά οι χειμερινές συνθήκες είναι σκληρές. Η μέση θερμοκρασία του Ιουλίου στα χαμηλά υψόμετρα είναι 25°C και στα υψηλότερα γύρω στους 18°C. Στα πεδινά, ωστόσο, η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει και τους 42°C το καλοκαίρι. Αντίστοιχα, η μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου είναι 1°C στα πεδινά έως -13°C στα ορεινά. Οι αρκτικοί άνεμοι, που μερικές φορές εισχωρούν στη χώρα, κατεβάζουν τη θερμοκρασία των κρύων μηνών έως τους -30°C. Το κρύο είναι δριμύ στα απροστάτευτα από τους ανέμους οροπέδια.Μολονότι είναι μικρή σε έκταση, η Α. παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας. Στις χαμηλές της ζώνες τα εδάφη είναι του τύπου της ημιερήμου και ορισμένα από αυτά, όπως της κοιλάδας του Αράξη, είναι αλατούχα. Μέχρι τα 1.800 μ., τα εδάφη εντάσσονται σε αυτά της ξηρής στέπας, ενώ ψηλότερα καλύπτονται από ορεινές μαύρες γαίες και ορεινούς λειμώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χαμηλής και ξηρής στέπας ανάμεσα σε βουνά είναι το βαθύπεδο του Γκιούμρι (πρώην Λενινακάν και Αλεξαντροπόλ). Εδώ οι χειμώνες είναι εξαιρετικά ψυχροί και τα καλοκαίρια ξηρά, υποτροπικά. Το έδαφος, μαύρο ή καστανό, είναι πολύ εύφορο και ο πληθυσμός κυρίως γεωργικός. Καλλιεργούνται κυρίως σιτάρι, κριθάρι, ζαχαρότευτλα και στις αρδευόμενες εκτάσεις μερικά οπωροφόρα δέντρα. Στην πεδιάδα Αραράτ υπάρχει η βλάστηση της ημιερήμου και της ερήμου με αψινθιές και αρμυρίκια. Οι χαμηλές πλαγιές και τα ηφαιστειογενή οροπέδια έχουν τη βλάστηση της στέπας, οι ψηλότερες εντάσσονται στα υποαλπικά λιβάδια και στα ακόμη μεγαλύτερα υψόμετρα υπάρχει η ζώνη της τούνδρας. Τα ηφαιστειογενή οροπέδια καλύπτονται συχνά από χορτάρι που χρησιμοποιείται για την καλοκαιρινή βοσκή των προβάτων ή κόβεται για σανό. Στις πετρώδεις πλαγιές φυτρώνουν φρύγανα. Δάση οξιάς, βαλανιδιάς, καρπίνου, φτελιάς, ελάτου και πεύκου καλύπτουν μόνο το 10% των εδαφών και βρίσκονται κυρίως στα ΒΑ και στα ΝΑ της χώρας. Κατά μήκος των ποταμών φυτρώνουν θάμνοι και αραιά δάση από ιτιές και σκλήθρα. Στις υγρές, εξωτερικές πλαγιές των βουνών, χαμηλότερα από τα 2.200 μ., υπάρχουν δάση δρυών και πεύκων. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα επικρατούν οι αγκαθωτοί θάμνοι, ενώ ψηλότερα από τα 2.700 μ. φυτρώνουν ξερόφυλλοι, αγκαθωτοί και φυλλοβόλοι θάμνοι.
Η πανίδα των δασών περιλαμβάνει αγριόγατες, αρκούδες, τσακάλια, αγριογούρουνα, ενώ οι λεοπαρδάλεις που υπήρχαν στην κοιλάδα του Αράξη έχουν πλέον εκλείψει. Στα βουνά του νότου ζει το άγριο πρόβατο μουφλόν και ο αίγαγρος. Στα βορειοανατολικά βουνά, όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη, ζουν σκίουροι και αρκούδες. Υπάρχουν επίσης πολλά είδη πουλιών και ερπετών, ανάμεσα στα οποία η έχιδνα και άλλα δηλητηριώδη φίδια.Οι ψηλές οροσειρές που περιβάλλουν το οροπέδιο της Α., δημιουργούν ένα φράγμα που εμποδίζει τα σύννεφα της βροχής να περνούν στη χώρα. Αυτή η εδαφική ιδιομορφία δημιουργεί ένα ξηρό ηπειρωτικό κλίμα, που σε ορισμένες περιοχές αποκτά τα χαρακτηριστικά της ημιερήμου, παρότι η Α. Δεν απέχει πολύ από δύο θάλασσες, την Κασπία και τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα). Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις κυμαίνονται από 300 έως 800 χιλιοστά στα βουνά και από 200 έως 300 στην κοιλάδα του Αράξη και τις άλλες εσωτερικές κοιλάδες και πεδιάδες. Το νερό είναι πηγή ζωής για την χώρα, όχι μόνο για τις καλλιέργειες, αλλά και για την παραγωγή ενέργειας. Κυριότερος ποταμός είναι ο Αράξης και κυριότερη λίμνη η Σεβάν.Οι καταβολές των Αρμενίων προέρχονται από το αρχαίο βασίλειο του Βαν και έχουν διατηρήσει την εθνική τους ταυτότητα στους αιώνες. Τη δεκαετία του 1990 πάντως υπήρξαν μεταβολές στον πληθυσμό, λόγω της διαμάχης της Α. με το Αζερμπαϊτζάν για την κυριαρχία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Μέχρι τα τέλη του 1993 αποχώρησε από την Α. σχεδόν όλος ο πληθυσμός των Αζέρων, που μέχρι τότε έφτανε περίπου στο 3,8% του πληθυσμού, ενώ πολλοί Αρμένιοι πρόσφυγες από την περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ εισήλθαν στη χώρα.
Οι Αρμένιοι αποτελούν επίσης ένα από τα έθνη της διασποράς, αφού υπάρχουν σημαντικοί πληθυσμοί Αρμενίων στις ΗΠΑ, στο Αζερμπαϊτζάν, στην Τουρκία και αλλού. Συνολικά υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Αρμενίων της διασποράς ξεπερνά τον πληθυσμό της χώρας, και φτάνει τα 5 εκατομμύρια ανθρώπους.Ο πληθυσμός της Α. είναι από τους πλέον αμιγείς στην περιοχή του Καυκάσου. Το ποσοστό του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικές περιοχές αγγίζει το 70% του συνόλου, ενώ από αυτό το ποσοστό το 50% κατοικεί στην πρωτεύουσα Ερεβάν. Η μέση πυκνότητα είναι 112 κάτ. ανά τ. χλμ. Σε ό,τι αφορά τη δημογραφική ανάπτυξη, καταγράφηκαν αρνητικά ποσοστά τα τελευταία χρόνια, που οφείλονται στους συνεχείς πολέμους και τη μετανάστευση των πληθυσμών των Αζέρων. Έτσι, υπάρχει ετήσια μείωση του πληθυσμού της τάξεως του 0,21% και προσδόκιμο ζωής τα 62 χρόνια για τους άντρες και τα 71 χρόνια για τις γυναίκες.Μεγαλύτερη με διαφορά πόλη είναι η πρωτεύουσα Ερεβάν (1.247.200 κάτ. το 2001). Άλλες μεγάλες πόλεις είναι το Γκιούμρι (πρώην Λενινακάν, γνωστή και ως Κουμάρι, 206.600 κάτ.) και το Βαζναντόρ (πρώην Κιροβακάν, 170.200 κάτ.).Η Α. έχει προοπτικές ανάπτυξης, αφού στο έδαφός της υπάρχουν αποθέματα σπάνιων μετάλλων, κοιτάσματα πετρελαίων, φυσικό αέριο κ.ά. Υπάρχει επίσης βιομηχανική υποδομή, η οποία καλύπτει κυρίως τις ανάγκες της υφαντουργίας και της εμφιάλωσης πόσιμου νερού. Το ΑΕΠ της Α. ήταν 11.200 εκατ. δολ. ΗΠΑ (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 3.350 δολ. την ίδια χρονιά. Ο πληθωρισμός που είχε πλησιάσει το 1.000% το 1992, έπεσε στο 8% το 1994 και στο 3% το 2000. Η ανεργία κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα (περ. 20%), αν και οι επίσημοι δείκτες την εμφανίζουν κάτω του 10%. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι το ενεργειακό. Η αγροτική οικονομία (γεωργία, κτηνοτροφία, δάση και αλιεία) απασχολεί το 55% του ενεργού πληθυσμού.Η γεωργική παραγωγή δεν είναι μεγάλη και περιλαμβάνει κυρίως πατάτες, λαχανικά, φρούτα κ.ά., ενώ στηριζόταν μέχρι το 1991 στους κρατικούς συνεταιρισμούς. Μετά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, περίπου το 30% των συνεταιρισμών αυτών είναι πλέον ιδιωτικού χαρακτήρα. Η καλλιεργήσιμη γη (περ. 18% της έκτασής της) έχει σχεδόν στο σύνολό της παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Τα ηφαιστειογενή εδάφη ευνοούν τη γεωργία, που αποτελεί βασικό πλουτοπαραγωγικό πόρο, αν και τα αρόσιμα εδάφη είναι περιορισμένα λόγω των μεγάλων υψομέτρων και των περιορισμένων βροχοπτώσεων. Το έντονα ηπειρωτικό κλίμα με τις μεγάλες καλοκαιρινές ζέστες επιβάλλει την άρδευση και για τον σκοπό αυτό έχουν γίνει μεγάλα έργα στις κοιλάδες των ποταμών και στους πρόποδες των βουνών. Ιδιαίτερα αποδοτικές είναι οι καλλιέργειες στις αρδευόμενες περιοχές του Αράξη και στην πεδιάδα του Ερεβάν, όπου τα εδάφη είναι εν μέρει αλουβιακά και εν μέρει ηφαιστειογενή. Στις αρδευόμενες περιοχές, όπου είναι συγκεντρωμένο και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, καλλιεργούνται αμπέλια, ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, ροδιές, ροδακινιές και βαμβάκι. Στα μεγαλύτερα υψόμετρα καλλιεργούνται καπνός, πατάτες, αχλαδιές, μηλιές και δημητριακά, κυρίως σιτάρι και κριθάρι.Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη σηροτροφία, τη μελισσοκομία και στα ορεινά με την κτηνοτροφία. Εκτρέφονται βοοειδή, αιγοπρόβατα και χοίροι. Το δυναμικό της χώρας περιλαμβάνει περίπου 1 εκατ. πρόβατα, 500.000 αγελάδες, 300.000 χοίρους και 9 εκατ. κοτόπουλα.
Η λίμνη Σεβάν και μερικοί από τους ποταμούς είναι πλούσιοι σε αλιεύματα (πέστροφες, σολομοί, κέφαλοι, κυπρίνοι κ.ά.).Η Α. υπήρξε σημαντική δύναμη κατά την αρχαιότητα, αλλά στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της κυβερνήθηκε από ξένα κράτη (για μια πληρέστερη ιστορική αναφορά στην ευρύτερη Α., βλ. λ. Αρμενία. Ιστορική γεωγραφική περιοχή). Το 1639 η Α. διαμελίστηκε και το μεγαλύτερο δυτικό τμήμα προσαρτήθηκε από την Τουρκία, ενώ το ανατολικό έγινε τμήμα της Περσίας. Το 1828 η ανατολική Α. παραχωρήθηκε στη Ρωσία και στη συνέχεια έγινε επαρχία της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Στις αρχές του 20ού αι., οι Αρμένιοι που ζούσαν στη δυτική Α. υπέστησαν τις διώξεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα τέλη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ως συνέπεια των άγριων σφαγών και της εκτόπισης εκατοντάδων χιλιάδων, ιδιαίτερα το 1915, οι περιοχές αυτές εκκενώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον αρμενικό πληθυσμό, ενώ σημειώθηκε και σφαγή περίπου 600.000 Αρμενίων. Μετά την κατάρρευση της Ρωσίας το 1917, η ρωσική Α. μετείχε στην Υπερκαυκάσια Ομοσπονδία κατά των μπολσεβίκων, η οποία όμως κατέρρευσε και το 1918 η Α. ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος. Χωρίς τη ρωσική προστασία, η νεοσύστατη δημοκρατία αναγκάστηκε να παραχωρήσει την επαρχία του Καρς και άλλα εδάφη στην Τουρκία.
Η Α. αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος από τους Συμμάχους και από την Τουρκία με τη συνθήκη των Σεβρών το 1920. Ωστόσο, η απόρριψη της συνθήκης από τον νέο τότε Τούρκο ηγέτη Κεμάλ Ατατούρκ κατέστησε την Α. ευάλωτη στις τουρκικές απειλές και τον Σεπτέμβριο του 1920 τα τουρκικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Α. Οι Τούρκοι εμποδίστηκαν να καταλάβουν ολόκληρη τη χώρα από την επέμβαση των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού και την εγκαθίδρυση, τον Νοέμβριο του 1920, της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Α., η οποία δύο χρόνια αργότερα αποτέλεσε συστατική δημοκρατία της ΕΣΣΔ. Κατά την τσαρική περίοδο, η ρωσική Α. ήταν μια υπανάπτυκτη περιοχή, αλλά κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου σημειώθηκε σημαντική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα προγράμματα της υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης οδήγησαν στην εκτόπιση αρκετών χιλιάδων αγροτών, ενώ οι σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930 έπληξαν ιδιαίτερα την Α.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η Α. δεν κατελήφθη από γερμανικές δυνάμεις και η δημοκρατία αυτή προσέφερε σημαντικά στη σοβιετική οικονομία, ενώ 500.000 Αρμένιοι υπηρέτησαν στις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις. Μετά τον πόλεμο δόθηκε προτεραιότητα στη βιομηχανική ανάπτυξη, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1940 περίπου 150.000 Αρμένιοι της διασποράς επέστρεψαν στη χώρα.
Η σύγχρονη ιστορία. Οι πρώτες εκδηλώσεις του νέου πνεύματος της εποχής Γκορμπατσόφ στην Α. έλαβαν τη μορφή καταγγελιών εναντίον της διαφθοράς των αξιωματούχων του Κομουνιστικού Κόμματος της Α. Όμως το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολούσε τους Αρμένιους το 1987 και το 1988 ήταν το καθεστώς του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, μιας αυτόνομης περιοχής μέσα στο γειτονικό Αζερμπαϊτζάν, όπου πλειοψηφούν οι Αρμένιοι, το οποίο παραχωρήθηκε στο Αζερμπαϊτζάν το 1921 (για λεπτομέρειες σχετικά με τη διένεξη γύρω από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, βλ. λ. Αζερμπαϊτζάν). Τα αιτήματα για την ένταξη του Ναγκόρνο-Καραμπάχ στην Αρμενική Σοβιετική Δημοκρατία διατυπώθηκαν ήδη από τις αρχές του 1988. Τον Φεβρουάριο του 1988 ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έλαβαν μέρος σε διαδηλώσεις στο Ερεβάν για να υποστηρίξουν το αίτημα αυτό. Οι εκδηλώσεις οργανώθηκαν από μια ομάδα που έγινε γνωστή ως Επιτροπή του Καραμπάχ. Οι διώξεις των Αρμενίων στο Αζερμπαϊτζάν προκάλεσαν ανησυχία και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στις αρχές του 1988 υπό την ηγεσία της επίσημα εκτός νόμου Επιτροπής του Καραμπάχ. Τον Δεκέμβριο εκείνου του χρόνου, το ζήτημα παραμερίστηκε για λίγο, λόγω του μεγάλου σεισμού που έπληξε τη βόρεια Α., με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές ζημιές το Λενινακάν (σημερινό Γκιούμρι) και να καταστραφεί τελείως το Σπιτάκ. Περίπου 25.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τον σεισμό, ενώ στο αμέσως επόμενο διάστημα πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις μελών της Επιτροπής του Καραμπάχ, οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι τον Μάιο του 1989.
Στη διάρκεια του 1989 σχηματίστηκαν οι πρώτες ανεπίσημες πολιτικές οργανώσεις στην Α., αλλά το κυρίαρχο ζήτημα παρέμενε το Καραμπάχ. Η αυξανόμενη απογοήτευση των Αρμενίων από την κεντρική σοβιετική κυβέρνηση για τον χειρισμό του ζητήματος του Καραμπάχ οδήγησε στη χαμηλή συμμετοχή στις εκλογές του 1990 για το Αρμενικό Ανώτατο Σοβιέτ. Κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά το Αρμενικό Πανεθνικό Κίνημα, το διάδοχο σχήμα της Επιτροπής του Καραμπάχ, απέσπασε το 35% των εδρών και ο ηγέτης του, Λεβόν Τερ-Πετροσιάν επικράτησε έναντι του πρώτου γραμματέα του ΚΚ της Α. και εξελέγη πρόεδρος, ενώ ένα άλλο στέλεχος του κινήματος, ο Βαζγκέν Μανουκιάν, ορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Αύγουστο του 1990 η αρμενική βουλή υιοθέτησε διακήρυξη κυριαρχίας και ζήτησε να αναγνωριστεί διεθνώς η γενοκτονία των Αρμενίων, που διέπραξε η Τουρκία το 1915. Στα τέλη Νοεμβρίου, το ΚΚ της Α. έγινε ανεξάρτητη οργάνωση και εξέλεξε νέο γραμματέα.
Η αρμενική κυβέρνηση αρνήθηκε να μετάσχει στις διαπραγματεύσεις για μια νέα συνθήκη της ΕΣΣΔ και επισήμως κήρυξε μποϊκοτάζ στο δημοψήφισμα που έγινε τον Μάρτιο του 1991. Αντίθετα πραγματοποίησε δημοψήφισμα για την απόσχιση της Α. από την ΕΣΣΔ. Τον Απρίλιο του 1991 υπήρξε και πάλι ένταση ανάμεσα στους Αρμενίους και τους Αζέρους στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η αρμενική κυβέρνηση συνέχισε να αρνείται οποιαδήποτε άμεση ανάμειξη, τονίζοντας ότι οι επιθέσεις ήταν εκτός ελέγχου και υπεύθυνες ήταν οι δυνάμεις αυτοάμυνας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Ωστόσο, το Αζερμπαϊτζάν υποστήριζε ότι η Α. είχε επιθετικό ρόλο στη σύγκρουση. Επιπλέον, η Α. άφησε να εννοηθεί ότι η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε το Αζερμπαϊτζάν γιατί το τελευταίο είχε συμφωνήσει να υπογράψει τη νέα συνθήκη της Ένωσης, τιμωρώντας την Α. για τις κινήσεις της προς την ανεξαρτησία. Η μετριοπαθής πολιτική της νέας κυβέρνησης του Αρμενικού Πανεθνικού Κινήματος, ιδιαίτερα στην ανάπτυξη σχέσεων με την Τουρκία, προκάλεσε εσωτερικές επικρίσεις από πιο εθνικιστικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από την Ένωση για την Εθνική Αυτοδιάθεση, η οποία συνέχισε να επιδιώκει την ανακατάληψη των εδαφών που είχε καταλάβει η Τουρκία μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Το ΚΚ της Α. επέκρινε επίσης την κυβέρνηση για την επιθυμία βελτίωσης των σχέσεων με την Τουρκία, όπως άλλωστε έκανε και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, δηλαδή το γνωστό ως κόμμα Ντασνάκ, που είχε σχηματίσει την κυβέρνηση της ανεξάρτητης Α. το 1918-20. Ωστόσο, η κυβέρνηση επέμενε ότι οι καλές σχέσεις με την Τουρκία ήταν απαραίτητες για την επιβίωση της χώρας.
Η πορεία προς την ανεξαρτησία και οι συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η απόπειρα πραξικοπήματος στη Μόσχα και τα γεγονότα του Αυγούστου 1991 συνέβαλαν στην επιτάχυνση της πορείας προς την ανεξαρτησία. Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία που έγινε τον Σεπτέμβριο έδωσε συντριπτικό ποσοστό 99% υπέρ της ανεξαρτησίας. Αμέσως μετά, το ανώτατο σοβιέτ ανακήρυξε την Α. ανεξάρτητο κράτος. Ταυτόχρονα, σε συνεδρίαση του ΚΚ ψηφίστηκε η διάλυση του κόμματος, το οποίο ωστόσο μετονομάστηκε, το 1993, σε Αρμενικό Δημοκρατικό Κόμμα.
Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1991 αναδείχτηκε νικητής ο Τερ-Πετροσιάν, ο οποίος στη συνέχεια υπέγραψε τη Διακήρυξη της Άλμα-Άτα και έτσι η Α. εισήλθε στην Κοινοπολιτεία των Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ). Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν για ολόκληρο αυτό το διάστημα στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το οποίο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1991 είχε ανακηρυχθεί ανεξάρτητη δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1992, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν έθεσε την περιοχή υπό την άμεση προεδρική εξουσία και αντικατέστησε τους Αρμένιους αξιωματούχους με Αζέρους. Ταυτόχρονα, δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν περικύκλωσαν και επιτέθηκαν στο Στεπανακέρτ, την πρωτεύουσα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ενώ οι Αρμένιοι πολιορκούσαν τη Σούσα. Τον Μάιο, οι δυνάμεις των Αρμενίων κατέλαβαν τη Σούσα εξασφαλίζοντας τον πλήρη έλεγχο του θυλάκου και τερματίζοντας τον βομβαρδισμό του Στεπανακέρτ.
Με την κατάληψη της κοιλάδας του Λατσίν, οι Αρμένιοι κατόρθωσαν να ανοίξουν διάδρομο μέσα από το Αζερμπαϊτζάν και να ενώσουν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ με την Α. Τον Ιούνιο του 1992, οι Αζέροι πραγματοποίησαν αντεπίθεση, με αποτέλεσμα νέα κύματα προσφύγων, και σε απάντηση των στρατιωτικών επιτυχιών των Αζέρων οι αρχές του Ναγκόρνο-Καραμπάχ κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στην περιοχή τους. Οι οικονομικές συνθήκες στην Α. συνέχισαν να επιδεινώνονται κατά το 1992 και άρχισαν να σημειώνονται μεγάλες ελλείψεις τροφίμων και καυσίμων. Ο οικονομικός αποκλεισμός από το Αζερμπαϊτζάν και η συρροή προσφύγων στο Ερεβάν, ο πληθυσμός του οποίου διπλασιάστηκε, προκάλεσαν λαϊκή δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση του Τερ-Πετροσιάν. Τον Φεβρουάριο του 1993 πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις καταγγελίας της κυβερνητικής πολιτικής στις οποίες επαναλήφθηκε το αίτημα για την παραίτηση του Αρμένιου προέδρου.
Η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ συνεχίστηκε και το 1993, παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες. Οι Αρμένιοι πραγματοποίησαν σειρά επιτυχημένων επιθέσεων καταλαμβάνοντας τα εδάφη που είχαν χάσει, αλλά και εκτάσεις του Αζερμπαϊτζάν, ανοίγοντας δεύτερο διάδρομο μεταξύ της Α. και του θυλάκου. Στα μέσα του χρόνου οι Αρμένιοι έλεγχαν ολόκληρο το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Το γεγονός αυτό προκάλεσε πολλές διεθνείς καταγγελίες, ιδιαίτερα από την Τουρκία και το Ιράν. Στα εσωτερικά, ο πρωθυπουργός Ροσρόβ Αρουτινιάν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και αντικαταστάθηκε από τον Γκραντ Μπαγκρατιάν. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που ζητούσαν την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων, δεν εφαρμόστηκαν και τον Αύγουστο του 1993 οι Αρμένιοι κατείχαν το 20% του συνολικού εδάφους του Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία και το Ιράν άρχισαν να κινητοποιούν δυνάμεις στις περιοχές κοντά στα σύνορα με την Α. και το Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία διακήρυξε ότι δεν θα εξομαλύνονταν οι σχέσεις της με την Α. μέχρις ότου τερματιζόταν η αρμενική επίθεση στο Αζερμπαϊτζάν. Οι δυνάμεις των Αζέρων εξαπέλυσαν νέα μεγάλη αντεπίθεση τον Δεκέμβριο του 1993, ανακαταλαμβάνοντας κάποια εδάφη. Τον Φεβρουάριο του 1994, ο απολογισμός του πολέμου ήταν 18.000 νεκροί και 25.000 τραυματίες. Τον Μάιο, μετά από έντονες μεσολαβητικές προσπάθειες της ΔΑΣΕ και της Ρωσίας υπογράφηκε νέα συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Τον Αύγουστο οι δύο πλευρές συμφώνησαν την ανταλλαγή αιχμαλώτων και τον Σεπτέμβριο συναντήθηκαν στη Μόσχα οι πρόεδροι των δύο χωρών. Μολονότι υπήρξε συμφωνία σε ορισμένα σημεία, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Αλίεφ τόνισε ότι η οποιαδήποτε συμφωνία ήταν σε εξάρτηση από την άνευ όρων αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από τα κατεχόμενα εδάφη του Αζερμπαϊτζάν. Διαφωνίες υπήρξαν επίσης για τη σύνθεση των ειρηνευτικών δυνάμεων που επρόκειτο να αναπτυχθούν στη ζώνη των συγκρούσεων.
Ο χειμώνας του 1993 ήταν ο τρίτος χειμώνας για τους Αρμενίους χωρίς θέρμανση και ηλεκτρισμό για μεγάλες περιόδους. Αρκετές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι μετανάστευσαν από την Α. για να αποφύγουν τις οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες. Στα μέσα του 1994 τα κόμματα της αντιπολίτευσης οργάνωσαν μαζικές διαδηλώσεις στο Ερεβάν. Ένα νέο κίνημα της αντιπολίτευσης, γνωστό ως Ένωση Συμφωνίας των Πολιτών, ιδρύθηκε τον Οκτώβριο, περιλαμβάνοντας πολλές οργανώσεις και συντονίζοντας την αντικυβερνητική εκστρατεία. Διαφωνίες εκφράστηκαν και στο ανώτατο συμβούλιο γύρω από τη σύνταξη του νέου συντάγματος, καθώς η πρόταση του προέδρου προέβλεπε εκτεταμένες προεδρικές εξουσίες και περιορισμένο ρόλο για τη βουλή, ενώ η πρόταση της αντιπολίτευσης προέβλεπε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα με περιορισμένες τις εξουσίες του προέδρου.
Το 1995 επισφαλής κατάπαυση του πυρός επικρατούσε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ενώ οι μεσολαβητικές προσπάθειες δεν σταμάτησαν στο ενδιάμεσο διάστημα. Το Αζερμπαϊτζάν προσφέρθηκε να παραχωρήσει αυτονομία στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, εάν οι αρμενικές δυνάμεις αποχωρούσαν από το αμφισβητούμενο αυτό έδαφος, ενώ οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο-Καραμπάχ επέμεναν στην ανεξαρτησία τους από το Αζερμπαϊτζάν. Οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές με βάση το νέο σύνταγμα της χώρας διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1995, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1996 έγιναν οι προεδρικές εκλογές. Σε αυτές, ο πρόεδρος Λεβόν Τερ-Πετροσιάν επανεξελέγη για άλλα πέντε χρόνια. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο πρωθυπουργός Μπαγκρατιάν παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Αράμ Σαρκισιάν.
Τον Μάρτιο του 1997 ο Σαρκισιάν παραιτήθηκε επικαλούμενος λόγους υγείας και αντικαταστάθηκε δύο εβδομάδες αργότερα από τον Ρόμπερτ Κοχαριάν, πρώην πρόεδρο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κίνηση του Τερ-Πετροσιάν για να εξομαλύνει την ένταση στη χώρα. Τον Φεβρουάριο του 1998, όμως, ο Τερ-Πετροσιάν παραιτήθηκε κάτω από έντονες πιέσεις. Ο πρωθυπουργός Κοχαριάν εξελέγη πρόεδρος στις εκλογές του Μαρτίου που ακολούθησαν, με ποσοστό σχεδόν 60%, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο μέχρι πρότινος υπουργός οικονομικών, Αρμέν Νταρμπινιάν. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 1999, την πλειοψηφία απέσπασε ο συνασπισμός του υπουργού άμυνας Σαρκισιάν και του πρώην κομουνιστή ηγέτη Καρέν Ντερμισιάν, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο πρώτος, ενώ ο Ντερμισιάν έγινε πρόεδρος του κοινοβουλίου. Όμως, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μια ομάδα ενόπλων που δήλωσαν πως υποστήριζαν μια υπερεθνικιστική ομάδα, εισέβαλε στο κτίριο του κοινοβουλίου και δολοφόνησε τον Σαρκισιάν, τον Ντερμισιάν και έξι ακόμη πολιτικούς. Νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αράμ Σαρκισιάν. Τον Φεβρουάριο του 2000 υπήρξε αναδιάρθρωση στην κυβέρνηση, με τα υπουργεία να μειώνονται από 24 σε 17. Όμως, τον Μάιο ο πρόεδρος Κοχαριάν απέσυρε τον Σαρκισιάν από τη θέση του, και πρωθυπουργός ανέλαβε ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Αντρανίκ Μαρκαριάν. Από τότε παραμένει πάντως ένταση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, με σποραδικές δολοφονίες πολιτικών και κατηγορίες για διαφθορά.Η αρμενική γλώσσα, που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, ήταν περίπου για χίλια χρόνια, από τον 6ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αι. μ.Χ., αποκλειστικά ομιλούμενη γλώσσα, και η λογοτεχνική της παράδοση ήταν μόνο προφορική: λαϊκοί θρύλοι, τραγούδια προς τιμήν θεών και ηρώων. Τον 5ο αι. ο Μεσρόπ (ή Μεσρόπιος), ένας από τους πατέρες της αρμενικής λογοτεχνίας μαζί με τον Σαχάκ (ή Ισαάκ), τον μέγα αρχηγό της Αρμενικής Εκκλησίας, δημιούργησε αρμενικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό και κατά ένα μέρος το συριακό, με 36 γράμματα, στα οποία προστέθηκαν τον 12ο αι. δύο νέα ψηφία, τα ελληνικά φ και ω. Εμφανίστηκε έτσι μια γραπτή λογοτεχνία, έκφραση του χριστιανικού πολιτισμού. Η Βιογραφία του Μεσρόπ είναι το πρώτο βιβλίο γραμμένο σε αρμενική γλώσσα. Από τη στιγμή εκείνη ο αρμενικός πολιτισμός άρχισε να απαλλάσσεται από τις επιδράσεις, έως τότε βαθιές, της συριακής γλώσσας και λογοτεχνίας, για να στραφεί προς τη Δύση και να συσφίξει όλο και περισσότερο τους δεσμούς με την ελληνική εκκλησιαστική λογοτεχνία. Ο Μεσρόπ και ο Σαχάκ ίδρυσαν μια ακαδημία, της οποίας η αποστολή φαίνεται από το όνομά της: Σχολή των Μεταφραστών. Μέχρι τον 11ο αι. οι Αρμένιοι λόγιοι είχαν μεταφράσει από τα ελληνικά έργα κυρίως θρησκευτικά, από την Αγία Γραφή έως τα λειτουργικά βιβλία και τα έργα των Πατέρων. Τα πρωτότυπα έργα έχουν χαρακτήρα προπάντων ιστοριογραφικό και μέσα από αυτά προβάλλει, συγκεχυμένα ακόμα, η θέληση να δημιουργηθεί ένας αυτόνομος πολιτισμός. Τον 18ο αι. ο καθολικός Αρμένιος μοναχός Μεχιτάρ από τη Σεβάστεια ίδρυσε το τάγμα και τη μονή των μεχιταριστών, σε ένα παράρτημα της οποίας, στο νησί Άγιος Λάζαρος της Βενετίας, είχαν εγκαταστήσει σχολή και τυπογραφείο, όπου τυπώθηκαν γραμματικές και λεξικά καθώς και μεταφράσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων σε νεοαρμενική γλώσσα, διαφορετική από την εκκλησιαστική και λόγια αρμενική γλώσσα. Η νέα αυτή γλώσσα καθιερώθηκε από το 1850 και μετά, οπότε σημειώθηκε μια αποφασιστική στροφή προς την αρμενική λογοτεχνία, η οποία έπαψε πλέον να δέχεται θρησκευτικές επιδράσεις και χαρακτηρίστηκε από έντονα πατριωτικά αισθήματα, που εκφράστηκαν ιδιαίτερα στο μυθιστόρημα, το οποίο, ακολουθώντας το ρεαλιστικό και κοινωνικό ρεύμα, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας. Στη γλώσσα αυτή έγραψαν οι Αρμένιοι λογοτέχνες του 19ου και 20ού αι., όπως ο ποιητής Αρσιάκ Τσιομπανιάν. Οι μεταρρυθμίσεις, τις οποίες αναγκάστηκε να υιοθετήσει η Υψηλή Πύλη (Τanzimats, 1850 και 1870), εγκαινίασαν μια εξαιρετικά ζωντανή και πλούσια πολιτιστική περίοδο για την αρμενική λογοτεχνία, η οποία όμως είχε τραγικό τέλος με τις σφαγές του 1914-15, που οδήγησαν τους Αρμένιους στη διασπορά και σήμαναν την οριστική εγκατάλειψη της ανατολικής Α. Μετά το 1921, έτος κατά το οποίο η Α. του Καυκάσου αποτέλεσε τμήμα της ΕΣΣΔ, η λογοτεχνική δραστηριότητα των Αρμενίων διαχωρίστηκε στη λογοτεχνία της διασποράς και την αρμενοσοβιετική λογοτεχνία. Η λογοτεχνία της σοβιετικής Α., που πρακτικά δεν έχει σχέση με εκείνη της διασποράς, δέχτηκε τις επιδράσεις και τους προσανατολισμούς της ρωσικής κουλτούρας, γνωρίζοντας μια πρώτη φάση φουτουριστικής πρωτοπορίας, ενώ στη συνέχεια κυριάρχησε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, κυριότερος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Ελίζε Κάρεντς (1897-1937).
Πάντως, οι ριζικές αλλαγές που άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και διήρκεσαν μέχρι το 1991 (διάλυση της ΕΣΣΔ), επέδρασαν βαθιά στην αρμενική κουλτούρα. Η αρμενική λογοτεχνία της διασποράς χαρακτηρίζεται, αντίθετα, από μια εντονότατη κατάτμηση σε διάφορα πολιτιστικά κέντρα, αποτέλεσμα των διώξεων που υπέστησαν οι Αρμένιοι στις αρχές του 20ού αι., γεγονός το οποίο προκάλεσε την καταστροφή του συνεκτικού λογοτεχνικού ιστού, έτσι ώστε η παραγωγή, πλούσια και γόνιμη, να μην παρουσιάζει ούτε κοινά χαρακτηριστικά ούτε μια ενιαία εξελικτική πορεία, αλλά να απηχεί μάλλον την πολλαπλότητα των πολιτιστικών κέντρων στα οποία αναπτύσσεται. Πολλοί Αρμένιοι συγγραφείς, δεύτερης και τρίτης γενιάς, επέλεξαν να γράψουν στη γλώσσα της χώρας υποδοχής, που ήταν πλέον η δική τους, όπως οι Αμερικανοί Β. Σαρογιάν, Σουρμελιάν και Μάικλ Άρλεν ο νεότερος ή οι Γάλλοι Ανρί Τρουαγιά και Α. Αντάμοφ. Στη δεκαετία του 1980 διακρίθηκαν οι πεζογράφοι Βάχε Κάτσα, Ντ. Μ. Τόμας, Μ. Μελκονιάν, Γ. ντερ Αλεξανιάν καθώς και ο ποιητής Βάχε Γκόντελ.Η αρχαία τέχνη. Για αρμενική τέχνη δεν μπορεί να γίνεται ουσιαστικά λόγος παρά μόνο από το πρώτο μισό της πρώτης χιλιετίας π.Χ. (9ος-6ος αι. π.Χ.) μετά τον σχηματισμό του βασιλείου του Ουραρτού. Από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. η Α. δέχτηκε την ελληνιστική επίδραση. Κατά την περίοδο αυτή κυριάρχησε η γλυπτική με ορειχάλκινα και χρυσά αγάλματα θεοτήτων (ορειχάλκινο κεφάλι της θεάς Αναΐτ). Κυρίως όμως κατά τον 6ο αι. π.Χ. η αρμενική τέχνη απέκτησε δική της φυσιογνωμία έπειτα από τη διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών της χώρας και την είσοδό της στον χριστιανικό κόσμο, καθώς και με τις συχνές επαφές της με το Βυζάντιο και τους διάφορους λαούς του Καυκάσου.
Ζωγραφική. Πρόσφατες ανασκαφές έφεραν στο φως νωπογραφίες και ψηφιδωτά σε 30 και πλέον εκκλησίες. Ιδιαίτερα όμως την αρμενική ζωγραφική χαρακτηρίζουν οι μικρογραφίες που είναι εξαιρετικά λεπτοδουλεμένες και διακρίνονται για τον ρεαλισμό τους, ενώ είναι πάντοτε βυζαντινής έμπνευσης. Κοσμούν πλήθος ψαλτήρια και ευαγγελιάρια. Από τον 15ο έως τον 19ο αι. διαμορφώνονται πολλές σχολές ζωγραφικής και εμφανίζονται ζωγράφοι διακόσμησης εκκλησιών και κατοικιών, καθώς και προσωπογράφοι, όπως η ονομαστή καλλιτεχνική οικογένεια Οβναντανιάν (17ος-19ος αι.). Τον 20ό αι. παρουσιάζονται νέες αναζητήσεις στην αρμενική ζωγραφική, προσανατολισμένες προς τη δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα προς τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό, ενώ ορισμένοι καλλιτέχνες επιχειρούν μια ανασύνδεση με την παράδοση.
Αρχιτεκτονική και γλυπτική. Η αρμενική αρχιτεκτονική των πρώτων χριστιανικών αιώνων χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή ποικιλία μορφών και επιδράσεων. Στην αρμενική τέχνη συναντώνται και συγχωνεύονται, όπως είναι φυσικό εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της χώρας, πολιτιστικά στοιχεία ελληνιστικά και ρωμαϊκά με μεσοποταμιακά και περσικά. Η εμφάνιση του χριστιανισμού που έφτασε στην Α. μέσω της Συρίας και η ταύτιση της θρησκείας με το εθνικό αίσθημα, που και τα δύο οι Αρμένιοι τα υπερασπίστηκαν με πείσμα, εξηγεί την εξαιρετική άνθηση της εκκλησιαστικής τέχνης. Τον 6ο και 7ο αι. συναντώνται παράλληλα εκκλησίες με σχέδιο βασιλικής, κυκλικό σχέδιο και σταυροειδές σχέδιο με τρούλο. Η μεγάλη όμως περίοδος της αρμενικής αρχιτεκτονικής τοποθετείται στον 11ο και 12ο αι., εποχή που η χρήση του οξυκόρυφου τόξου γενικεύεται στην Α. και τη Συρία. Ωστόσο η αρχιτεκτονική αυτή εμφανίζεται ως μια εξαιρετικά λαμπρή παραλλαγή μορφών βυζαντινής προέλευσης. Η γλυπτική είναι βασικά αρχιτεκτονική (ανάγλυφα της εκκλησίας του Αλταμάρ, τα Χατσκάρ ή κάθετες στήλες από πέτρες με σταυρό στο κέντρο).
Στην ιστορία του αρμενικού πολιτισμού η μουσική διατηρεί έναν χαρακτήρα αυτονομίας. Τα τυπικά εορταστικά άσματα, προϊόν των παλιών ραψωδιών, των ασούγκ, που αναφέρονται στα γεγονότα της αρχαιότητας και στα κατορθώματα των ηρώων (όπως π.χ. του Βεράν, μυθικού κυνηγού τεράτων), γνώρισαν αξιοσημείωτη άνθηση με τη λαϊκή τους μορφή και έξω από δυτικές επιδράσεις. Η μουσική των ασούγκ συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι τις αρχές 19ου αι., βρίσκοντας τον ιδανικότερο βάρδο της στο πρόσωπο του ποιητή και συνθέτη Χαρουτιούμ, γνωστότερου με το όνομα Σαγιάθ Νόβα, που έπεσε θύμα της περσικής κυριαρχίας το 1795.
Τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα άσματα αυτά υπήρχαν από την εποχή των Χετταίων. Η έντεχνη μουσική παράδοση ακολούθησε την ιστορική πορεία της Αρμενικής Εκκλησίας, που οδήγησε τον 6o αι. στον μονοφυσιτισμό και σε μια ιδιαίτερη μορφή λατρείας που συνοδεύεται από την αρμενική λειτουργία. Η έντεχνη αυτή μουσική, όσο κι αν επηρεάστηκε σιγά-σιγά από τη λειτουργική παράδοση των Σύρων και των Βυζαντινών, κράτησε για πολύ καιρό ένα αυτόνομο μουσικό σύστημα και μια δική της σημειογραφία, με χαρακτηριστικά σημεία ή νεύματα που διαβάστηκαν μόνο τελευταία –και όχι όλα.
Το έργο της περισυλλογής και της αποκρυπτογράφησης άρχισε ο Μπάμπα Χαμπαρζούμ Λιμουζιάν (1768-1839), που από το παλιό μουσικό σύστημα διατύπωσε ένα νέο. Το 1874 δημοσιεύτηκαν οι πρώτοι τόμοι με ιερούς ύμνους που παρουσιάζουν αξιόλογο μελωδικό και αρμονικό ενδιαφέρον και οι οποίοι ολοκληρώθηκαν αργότερα με εκείνους που μελετήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 1934 και επιβεβαίωσαν την ποικιλία και πρωτοτυπία της αρμενικής θρησκευτικής μουσικής. Μετά τη διείσδυση της δυτικής μουσικής το ενδιαφέρον των ερευνητών και των μουσικών στράφηκε, σύμφωνα με το παράδειγμα του Μπέλα Μπάρτοκ, στην έρευνα και συστηματοποίηση και του αρμενικού φολκλόρ. Το έργο αυτό έχει αναλάβει ένα ειδικό ινστιτούτο για τη μελέτη του λαϊκού αρμενικού τραγουδιού, που ιδρύθηκε στην πρωτεύουσα Ερεβάν. Οι σύγχρονοι συνθέτες αρμενικής καταγωγής, όπως o Μελικιάν και o Σπεντιάροφ εμπνέονται σχεδόν όλοι από την παραδοσιακή μουσική. Ο διασημότερος από αυτούς, ο Αράμ Χατσατουριάν (1903–1978) εισήγαγε στη δυτική συμφωνική φόρμα μια μελωδική γραμμή, γνήσια αρμενική.Χώρα παραδοσιακά συνδεδεμένη με τον ελληνικό κόσμο, τόσο λόγω θρησκευτικών όσο και λόγω εμπορικών δεσμών, η Α. είχε πάντοτε μια ανθηρή ελληνική κοινότητα, ενώ το αντίστοιχο συνέβαινε και στη χώρα μας, η οποία υποδέχτηκε πλήθος Αρμενίων της διασποράς, ιδιαίτερα μετά τις σφαγές του 1915. Σήμερα, στην Α. ζουν περίπου 15.000 Έλληνες, σύμφωνα με στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων.
Μικρογραφία από το Ευαγγελιάριο του Ετσμιατζίν (Ερεβάν) (φωτ. Igda).
Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αρμενικής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, το μοναστήρι του Κετσαρίς του 13ου αι. (φωτ. Alpago - Novello).
Ο βασιλιάς της Αρμενίας Ντικράν ο Α’ σε νόμισμα της εποχής.
Μέλη της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν, σε συνομιλίες στη Φιλανδία για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης στο ζήτημα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Αρμενία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ένα εκτεταμένο άνυδρο υψίπεδο με ελάχιστη βλάστηση από ξηρόφιλα και θαμνώδη φυτά (φωτ. Sef).
Ο αρμενικός λαός διατηρεί μια ιδιαιτερότητα ανθρωπολογικών, εθνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών· μερικές ομάδες Αρμενίων είναι νομάδες: κατοικούν σε σπηλιές και ασχολούνται αποκλειστικά με την κτηνοτροφία (φωτ. Turri).
Αγορά στο Ερεβάν, πρωτεύουσα της Αρμενίας (φωτ. Igda).
Χαρτονόμισμα των 1.000 ντραμ, που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Αρμενίας το 2001.
Φωτογραφία της περιοχής του Καυκάσου από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Οκτώβριο του 1994, από ύψος 200 χλμ. Διακρίνεται στο νότιο τμήμα η λίμνη Σεβάν της Αρμενίας, αλλά και όλη η περιοχή της Υπερκαυκασίας που εκτείνεται έως την Κασπία θάλασσα (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
Άποψη του όρους Αραγκάτς της Αρμενίας, του οποίου η ψηλότερη κορυφή στάνει τα 4.090 μ.
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Αρμενίας
Παλαιότερη ονομασία: Αρμενική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία (1920-91)
Έκταση: 29.800 τ. χλμ.
Πληθυσμός: 3.336.099 κάτ. (2002)
Πρωτεύουσα: Ερεβάν (1.247.200 κάτ. το 2001)
Το μοναστήρι του Σανκμοσαβάκ βρίσκεται κοντά στην ομώνυμη πόλη, ένα πολιτισμικό κέντρο της μεσαιωνικής Αρμενίας.
Η Αρμενία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991.
Ναός στο Γκάρνι, που χτίστηκε τον 1ο αι. μ.Χ. και ήταν αφιερωμένος στον θεό του Ήλιου. Μετά τον εκχριστιανισμό της Αρμενίας ο ναός χρησιμοποιήθηκε για θερινή κατοικία του βασιλιά Κοσρόφ.
Το μοναστήρι του Γκέχαρτ χτίστηκε κατά τον 10ο -13ο αι. ενώ πήρε την ονομασία του από τη λόγχη του Ρωμαίου στρατιώτη που τρύπησε το σώμα του Χριστού. Για πολλά χρόνια ήταν πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο της χώρας.
Τα ερείπια του ναού του Ζβάρτνοκ, ο οποίος καταστράφηκε από σεισμό το 930 μ.Χ. Χτίστηκε στα μέσα του 7ου αι. ως καθεδρικός ναός της Αρμενίας.
«Το μνημείο του παππού και της «γιαγιάς» στην πόλη Καραμπάχ.
Οι ταφόπλακες του Νοραντούζ στην Αρμενία χρονολογούνται από το 996 μ.Χ.
Οι πέτρες των Κυκλώπων του 6ου αι. π.Χ. θεωρείται ότι φέρουν πολλές ομοιότητες με το μνημείο Στόουνχεντζ στην Αγγλία.
Στα 2.300 μ. πάνω από τη θάλασσα υψώνεται το κάστρο του Χάμπερτ, το μοναδικό καλοδιατηρημένο κοσμικό μνημείο της Αρμενίας. Χτίστηκε τον 7ο αι.
Εντυπωσιακός ναός του 17ου αι., απαράμιλλης αρχιτεκτονικής, στα θεμέλια του οποίου βρέθηκαν ερείπια άλλου κτίσματος.
III
(Αστρον.).Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1914. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 12,7, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομική μονάδας από τον Ήλιο και τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 8,6.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἀρμενία — Ἀρμενίᾱ , Ἀρμένιος Armenia fem nom/voc/acc dual Ἀρμενίᾱ , Ἀρμένιος Armenia fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱ , Ἀρμενία Armenia fem nom/voc/acc dual Ἀρμενίᾱ , Ἀρμενία Armenia fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱ , Ἀρμενίη fem …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρμενίᾳ — Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμένιος Armenia fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμενία Armenia fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμενίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρμένια — Ἀρμένιον copper carbonate neut nom/voc/acc pl Ἀρμένιος Armenia neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρμένια — σάνδυξ a bright red colour neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μικρή Αρμενία — Βλ. λ. Αρμενία …   Dictionary of Greek

  • Ἀρμενίας — Ἀρμενίᾱς , Ἀρμένιος Armenia fem acc pl Ἀρμενίᾱς , Ἀρμένιος Armenia fem gen sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱς , Ἀρμενία Armenia fem acc pl Ἀρμενίᾱς , Ἀρμενία Armenia fem gen sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱς , Ἀρμενίη fem acc pl Ἀρμενίᾱς ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρμενίαι — Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμένιος Armenia fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμενία Armenia fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱͅ , Ἀρμενίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρμενίαν — Ἀρμενίᾱν , Ἀρμένιος Armenia fem acc sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱν , Ἀρμενία Armenia fem acc sg (attic doric aeolic) Ἀρμενίᾱν , Ἀρμενίη fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρμενιῶν — Ἀρμενία Armenia fem gen pl Ἀρμενίη fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αζερμπαϊτζάν — I Κράτος της Υπερκαυκασίας, στη ΝΔ Ασία.Συνορεύει με τη Ρωσία στα Β, τη Γεωργία στα ΒΔ, την Αρμενία στα Δ και με το Ιράν, και πιο συγκεκριμένα την επαρχία που αποκαλείται επίσης Α., στα Ν. Όλη η ανατολική του πλευρά βρέχεται από την Κασπία… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.